ΚΕΝΤΡΙΚΗ - Rodosillektis

 
   
 
 
     
 
     
     
     
       ΧΟΡΗΓΟΙ ΣΕΛΙΔΑΣ
     
   
           Κτήμα Λειβαδιώτη 
     
   
     
   
         ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΥΡΙΜΗΣ 
     
   
             ΒΙΟΠΡΟΙΟΝΤΑ 
     
     
     

Newsletter

ΚΕΝΤΡΙΚΗ

  • Ρόδος
    Ρόδος
  • Ρόδος
    Ρόδος
  • Ρόδος
    Ρόδος

ΡΟΔΟΣ: 2400 χρόνια χωρίς την Ελλάδα κρατήσαμε τη γλώσσα και την εθνικότητά μας ακέραιες!

 


  

Μυθολογία

 

Ο Πίνδαρος αναφέρει για τη Ρόδο: όταν ο Δίας και οι άλλοι θεοί αποφάσισαν να μοιράσουν τη γη, ξέχασαν να κρατήσουν έναν κλήρο για τον θεό Ήλιο, που έλειπε, καθώς εκτελούσε τα καθημερινά του καθήκοντα. Όταν ο Ήλιος ανάφερε την αδικία, ο Δίας ήταν έτοιμος να ξανακάνει την κλήρωση, αλλά ο Ήλιος δεν τον άφησε, καθώς, μέσα από τη θάλασσα είδε να αναδύεται μια εύφορη χώρα. Τότε ζήτησε από τη Λάχεση και τον Δία να δώσουν όρκο, πως όταν το νησί αυτό τελικά αναδυθεί θα είναι δικό του για πάντα, όπως και έγινε. 

Ο Διόδωρος ο Σικελός λέει, πως οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού ήταν οι Τελχίνες, σπουδαίοι τεχνίτες και εφευρέτες, που κατείχαν μαγικές ικανότητες. Στο νησί ο Δίας έσμιξε με την ντόπια νύμφη Ιμαλία, που του έκανε τρεις γιους , και οΠοσειδώνας με την αδελφή των Τελχινών, την Αλία, που του έκανε έξι γιους και μια κόρη, τη Ρόδο . Όταν, μια φορά η θεά Αφροδίτη ταξίδευε από τα Κύθηρα στην Κύπρο, οι γιοι του Ποσειδώνα την εμπόδισαν να σταματήσει εκεί. Οργισμένη η θεά τους τρέλανε και αυτοί βίασαν τη μητέρα τους και προκάλεσαν πολλά κακά στον τόπο. Όταν ο Ποσειδώνας έμαθε τι είχε γίνει, έθαψε τους γιους του στη γη. Η Αλία έπεσε εκούσια στη θάλασσα και οι ντόπιοι της απέδωσαν θεϊκές τιμές, ονομάζοντάς τη Λευκοθέα. Οι Τελχίνες έζησαν στο νησί ωσότου να αντιληφθούν τον επερχόμενο κατακλυσμό, οπότε το εγκατέλειψαν. 

Μετά τον κατακλυσμό, ο θεός Ήλιος έσμιξε με τη Ρόδο στο νησί, χαρίζοντάς του το όνομά της, και εξαφάνισε τα νερά της πλημμύρας. Ο Ήλιος με τη Ρόδο γέννησαν εφτά γιους, τους Ηλιάδες: Όχιμο, Κέρκαφο, Μάκαρα, Ακτίνα, Τενάγη, Τρίοπα,Κάνδαλο και μια κόρη την Ηλεκτρυώνη, που πέθανε παρθένα. Όταν οι Ηλιάδες ανδρώθηκαν, ο Ήλιος τους αποκάλυψε ότι οι πρώτοι που θα τελούσαν θυσία στη θεά Αθηνά, θα είχαν για πάντα την εύνοιά της. Πράγματι, οι Ηλιάδες θυσίασαν πρώτοι στη θεά, αλλά πάνω στη βιασύνη τους δεν έκαψαν τα θύματά τους πριν τα προσφέρουν στους βωμούς.  Για αυτό το λόγο παρέμεινε η παράδοση των άπυρων θυσιών στη θεά Αθηνά στο νησί. Οι Ηλιάδες ξεχώριζαν στη μάθηση και περισσότερο στην αστρολογία, εισήγαγαν νέες πρακτικές στη ναυτιλία και διέταξαν τον διαχωρισμό της μέρας σε ώρες. Ο πιο ευφυής από αυτούς ήταν ο Τενάγης και τα αδέλφια του τον σκότωσαν από τη ζήλια τους. Αλλά, μόλις η πράξη τους έγινε γνωστή διέφυγαν σε άλλα μέρη. Μόνο ο Όχιμος και ο Κέρκαφος, που δε μετείχαν στον φόνο, έμειναν στο νησί και έχτισαν τηνΑχαΐα. Ο Όχιμος, ως μεγαλύτερος, έγινε ηγεμόνας και πήρε για σύζυγό του μια ντόπια νύμφη, την Ηγητορία, από την οποία απέκτησε μια κόρη, την Κυδίππη. Ο Κέρκαφος παντρεύτηκε την Κυδίππη και διαδέχθηκε τον Όχιμο. Οι τρεις γιοι τους, ο Κάμειρος, ο Ιάλυσος και ο Λίνδος μοίρασαν το νησί σε τρία μέρη και ο καθένας έκτισε μια πόλη με το όνομά του.

Όταν ο Δαναός έφυγε από την Αίγυπτο με τις κόρες του, κατέπλευσε στη Λίνδο, όπου έγινε δεκτός με θέρμη από τους κατοίκους. Εκεί έχτισε το ιερό της Λινδίας Αθηνάς και αφιέρωσε ένα άγαλμα στη θεά, πριν εκπλεύσει για το Άργος. Αργότερα, ο Κάδμος αναζητώντας την αδελφή του, Ευρώπη, αναγκάστηκε να σταματήσει και αυτός στο νησί λόγω της κακοκαιρίας. Έχτισε ένα τέμενος αφιερωμένο στον Ποσειδώνα και τίμησε και τη Λινδία Αθηνά. Φεύγοντας άφησε μερικούς από τουςΦοίνικες συντρόφους του στην Ιαλυσό, που αναμείχθηκαν με τους ντόπιους και από τους οποίους γινόταν η κληρονομική επιλογή των ιερέων της Ιαλυσού. ΟΑθήναιος στο έργο του Δειπνοσοφισταί παραθέτει έναν μύθο από τον Ρόδιο ιστορικό Εργεία, που αναφέρει πως τους Φοίνικες αυτούς πολιόρκησε ο Ίφικλος. Αυτοί όμως υπό τον αρχηγό τους, τον Φάλανθο, ήταν καλά οχυρωμένοι στην Αχαΐα και είχαν επάρκεια νερού. Υπήρχε μάλιστα χρησμός πως θα έφευγαν από τη χώρα«όταν τα κοράκια γίνουν λευκά και εμφανισθούν ψάρια στους κρατήρες του κρασιού». Ο Ίφικλος λοιπόν, έστησε ενέδρα στον Λάρκα, τον υπηρέτη του Φάλανθου και τον έπεισε να ρίξει στον κρατήρα από τον οποίο έπινε κρασί ο Φάλανθος, νερό από την υδρία που του έδωσε εκείνος και περιείχε ψάρια. Επίσης, ο Ίφικλος έβαψε με γύψο κοράκια και τα άφησε ελεύθερα. Ο Φάλανθος όταν είδε τα λευκά κοράκια και μετά τα ψάρια μέσα στον κρατήρα με το κρασί του, αποφάσισε να συνθηκολογήσει. Η συμφωνία των δύο ήταν ο Ίφικλος να παράσχει πλοία για να φύγουν με ασφάλεια ο Φάλανθος και οι δικοί του και εκείνοι να πάρουν μόνο ότι έχουν στην κοιλιά τους. Ο Φάλανθος γέμισε τις κοιλιές των ιερειών με χρυσό και άργυρο, όμως ο Ίφικλος τους εμπόδισε να φύγουν. Όταν ο Φάλανθος παραπονέθηκε, θυμίζοντάς του τη συμφωνία τους, ο Ίφικλος ανταποκρίθηκε πως τότε θα αφαιρέσει και αυτός τα πηδάλια και τα κουπιά και τα ιστία, διότι υποσχέθηκε μόνο τα πλοία και τίποτα άλλο. Έτσι οι Φοίνικες έθαψαν πολλά από τα χρήματά τους στη γη, για να τα βρουν αν ξανάρθουν και πολλά τα έδωσαν στον Ίφικλο. Ο Αθήναιος παραθέτει και μια παραλλαγή του μύθου από έναν άλλο Ρόδιο ιστορικό, τον Πολύζηλο, ο οποίος στα Ροδιακά του αναφέρει πως τον χρησμό τον ήξεραν μόνο ο Φακάς και η κόρη του η Δορκία. Αυτή, επειδή ερωτεύτηκε τον Ίφικλο, έπεισε την τροφό της να βάλει τον υπηρέτη να ρίξει τα ψάρια στον κρατήρα του Φάλανθου και η ίδια έβαψε τα κοράκια. 

Σε μια άλλη περίοδο, όταν οι Ρόδιοι υπέφεραν εξαιτίας μεγάλων φιδιών που σκότωναν τους ντόπιους, απέστειλαν στη Δήλο άνδρες για να ρωτήσουν τον θεόΑπόλλωνα πώς θα απαλλαγούν από το κακό αυτό. Ο θεός τους πρόσταξε να φέρουν στη Ρόδο τον Φόρβαντα, τον γιο του Λαπίθη, μαζί με τους συντρόφους του. Οι Ρόδιοι τον κάλεσαν, όπως όριζε ο χρησμός και ο Φόρβαντας σκότωσε τα φίδια απαλλάσσοντας το νησί από τον φόβο. Κατοίκησε στη Ρόδο μαζί με τους συντρόφους του και αφού απέδειξε ότι ήταν σπουδαίος άνδρας, έλαβε ηρωικές τιμές μετά τον θάνατό του. Και στο έργο Δειπνοσοφισταί του Αθήναιου παρατίθεται ένας μύθος που αφορά τον Φόρβαντα, όπως τον αναφέρει ο Διευχίδας στα Μεγαρικά του. Όταν ο Τρίοπας πέθανε μεταξύ Κνιδίας και Σύμης, κάποιοι από αυτούς που είχαν εκστρατεύσει μαζί του ακολούθησαν τον Φόρβαντα στην Ιαλυσό, ενώ άλλοι ακολούθησαν τον Περίεργο (τον αδελφό του Φόρβαντα) και κατέλαβαν την Καμιρίδα. Ο Φόρβαντας και η αδελφή του η Παρθενία ναυάγησαν και βγήκαν στην ακτή της Ιαλυσού σε έναν τόπο που τον έλεγαν Σχεδία. Εκεί τους βρήκε ένας κυνηγός, ο Θαμνέας, που έχοντας σκοπό να τους φιλοξενήσει έστειλε έναν υπηρέτη να ειδοποιήσει τη γυναίκα του να κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες. Όμως όταν έφτασε σπίτι του τίποτα δεν ήταν έτοιμο, οπότε έφτιαξε μόνος του το φαγητό που τους προσέφερε. Ο Φόρβαντας ευχαριστήθηκε τόσο πολύ που, όταν ήρθε η ώρα να πεθάνει ζήτησε από τους φίλους του η νεκρική τελετή να γίνει από ελεύθερους και όχι δούλους· έτσι παρέμεινε η παράδοση στις θυσίες υπέρ του Φόρβαντα να μη μετέχουν δούλοι. 

Σε έναν άλλο μύθο, ο βασιλιάς της Κρήτης Κατρέας, ζήτησε χρησμό για το πώς θα πέθαινε και έλαβε απάντηση πως θα πέθαινε από τα χέρια ενός παιδιού του. Ο Κατρέας προσπάθησε να κρύψει τον χρησμό, αλλά ο γιος του, ο Αλθαιμένης, τον έμαθε και θέλοντας να αποφύγει να γίνει πατροκτόνος, έφυγε από την Κρήτη μαζί με την αδελφή του, την Απημοσύνη. Κατέφτασαν σε μια περιοχή της Ρόδου την οποία ονόμασαν Κρητηνία. Και όταν ο Αλθαιμένης ανέβηκε στο βουνό Αττάβυρος, αγναντεύοντας τα γύρω νησιά είδε από μακριά την πατρίδα του την Κρήτη· και ενθυμούμενος τους θεούς των προγόνων του έχτισε τον ναό του Ατταβυρίου Διός. Λίγο αργότερα, ο θεός Ερμής ερωτεύτηκε την Απημοσύνη και άρχισε να την καταδιώκει. Όμως ήταν ταχύτερή του και δεν μπορούσε να την πιάσει. Έτσι ο θεός έριξε φρέσκο χορτάρι στον δρόμο της και εκείνη γλίστρησε και έχασε την παρθενία της. Όταν αφηγήθηκε στον Αλθαιμένη τι είχε συμβεί, δεν την πίστεψε και οργισμένος την κλώτσησε μέχρι θανάτου. Χρόνια αργότερα, ο γερασμένος Κατρέας αποφάσισε να παραδώσει το βασίλειό του στον μοναδικό γιο του, τον Αλθαιμένη, και έπλευσε για τη Ρόδο. Φτάνοντας σε ένα έρημο μέρος του νησιού, κάποιοι βοσκοί νόμισαν ότι αυτός και το πλήρωμα του πλοίου του ήταν πειρατές και τους επιτέθηκαν. Ο Κατρέας προσπάθησε να τους εξηγήσει, όμως οι βοσκοί δεν άκουγαν εξαιτίας των γαβγισμάτων των σκύλων τους. Τότε, κατέφθασε και ο Αλθαιμένης και με ένα ακόντιο σκότωσε, εν αγνοία του, τον πατέρα του. Όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια, ο Αλθαιμένης προσευχήθηκε και χάθηκε σε ένα χάσμα.

 

Hitwebcounter.com Free  
Επισκέψεις σελίδας ΚΕΝΤΡΙΚΗ FACEBOOK ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ YOUTUBE ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΒΙΝΤΕΟ ΜΟΥΣΙΚΗ